τόξο ηλεκτρικό


τόξο ηλεκτρικό
Ειδικός τύπος ηλεκτρικής εκκένωσης μεταξύ δύο ηλεκτροδίων, συνήθως από άνθρακα, μέταλλο ή μεικτά. Από τους διάφορους τύπους ηλεκτρικού τόξου μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το βολταϊκό, που χρησιμοποιείται ως ισχυρή φωτεινή πηγή στη φασματοσκοπία, στους λαμπτήρες τόξου, στους προβολείς κλπ. Το βολταϊκό τόξο επιτυγχάνεται ως εξής: αρχικά δύο ηλεκτρόδια βρίσκονται σε επαφή, έτσι ώστε να αποτελούν, μαζί με μια πηγή ρεύματος, ένα κλειστό κύκλωμα, που διαρέεται από ρεύμα έντασης μερικών αμπέρ. Όταν τα δύο ηλεκτρόδια απομακρυνθούν κατά μερικά χιλιοστά, δημιουργείται ανάμεσα στα άκρα τους ένας σπινθήρας, ο οποίος σταθεροποιείται αν στα άκρα των ηλεκτροδίων διατηρηθεί μια κατάλληλη διαφορά δυναμικού (45-50 βολτ). Ο σπινθήρας (αεριώδες σφαιρίδιο) εξασφαλίζει τη συνέχιση της κυκλοφορίας του ηλεκτρικού ρεύματος στο διάστημα, ανάμεσα στα δύο ηλεκτρόδια ενεργεί δηλαδή ως γέφυρα. Παρατηρείται, πράγματι, ότι από μια ορισμένη περιοχή του αρνητικού ηλεκτροδίου (κάθοδος) αναχωρούν ηλεκτρόνια που περνούν στο θετικό (άνοδος), ενώ τα θετικά ιόντα, που παράγονται από την εκκένωση, πηγαίνουν προς την κάθοδο με μεγάλη ταχύτητα. Ο συνεχής και εντατικός αυτός βομβαρδισμός των ηλεκτροδίων προκαλεί αύξηση της θερμοκρασίας, που είναι δυνατό να φτάσει και καμιά φορά να υπερβεί τους 4.000°C, και συνεχή φθορά τους. Η ψηλότερη θερμοκρασία παρατηρείται στην περιοχή της ανόδου, που φθείρεται περισότερo. Η θερμοκρασία αυτή συνοδεύεται με εντατική φωτεινότητα, που είναι πολύ βλαβερή στην όραση, γιατί εκπέμπονται υπεριώδεις και υπέρυθρες ακτίνες. Εκτός από το συνεχές ρεύμα, το τόξο επιτυγχάνεται και με εναλλασσόμενο, στην περίπτωση όμως αυτή τα δύο ηλεκτρόδια συμπεριφέρονται εναλλάξ ως κάθοδος και ως άνοδος και η φθορά είναι και στα δύο ίση. Σχηματική παράσταση ηλεκτρικού τόξου συνεχούς ρεύματος: το ρεύμα, που διατρέχει τα δύο ηλεκτρόδια, αναπτύσσει υψηλή θερμοκρασία και έντονη φωτεινότητα. Για τις ιδιότητες του αυτές το ηλεκτρικό τόξο εφαρμόζεται πολύ στην τεχνολογία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • τόξο — Όπλο που αποτελείται από μια βέργα, στις άκρες της οποίας είναι δεμένη μια χορδή από σχοινί ή νεύρο. Η χορδή τεντώνεται δυνατά και αφήνεται απότομα ελεύθερη την κατάλληλη στιγμή, δίνοντας βίαιη ώθηση στο βέλος, που το κάνει να πετάξει προς τον… …   Dictionary of Greek

  • κάμινος — Μηχάνημα και εγκατάσταση (ονομάζεται και φούρνος ή καμίνι) που παράγει θερμότητα με τη χρησιμοποίηση καύσιμων στερεών υγρών και αερίων ή με την εκμετάλλευση της ηλεκτρικής ενέργειας. Εκτός από αυτές τις κ. υπάρχουν επίσης κ. που αξιοποιούν τη… …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτρόδιο — Αγώγιμο σώμα μέσα από το οποίο ηλεκτρικό ρεύμα εισέρχεται ή απομακρύνεται από ένα αγώγιμο μέσο, όπως διάλυμα ηλεκτρολυτών, μία τηγμένη μάζα, αέριο ή ακόμη και το κενό. Στα διαλύματα ηλεκτρολυτών και στα τηγμένα μέταλλα ως η. χαρακτηρίζεται ένας… …   Dictionary of Greek

  • ζώνη — Λωρίδα από ύφασμα, δέρμα, μέταλλο ή άλλο εύκαμπτο υλικό, που χρησιμεύει για να συγκρατεί στη μέση τα ενδύματα. Οι ζ., οι οποίες χρονολογούνται από την εποχή του χαλκού, ήταν ασφαλώς ένα από τα πρώτα στοιχεία ενδυμασίας που επινόησαν οι άνθρωποι.… …   Dictionary of Greek

  • ενέργεια — Ο ορισμός της ε. είναι καρπός μακράς μελέτης και προσπαθειών, οι οποίες εξέτειναν και διεύρυναν την έννοιά της, ώστε να περιλάβει και να πλαισιώσει πλήθος φαινομένων. Σε μια πρώτη προσέγγιση, η ε. μπορεί να οριστεί ως η ικανότητα ενός συστήματος… …   Dictionary of Greek

  • λάμπα — Συσκευή κατάλληλη να παράγει τεχνητό φως με τη χρήση εύφλεκτων ουσιών, στερεών, υγρών ή αερίων, ή με τη μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας σε φωτεινή ενέργεια. Ονομάζεται και λυχνία ή λαμπτήρας. Λ. ονομάζονται επίσης οι συσκευές που εκπέμπουν… …   Dictionary of Greek

  • χάλυβας — Κράμα του σιδήρου, στο οποίο περιέχεται άνθρακας κατά 1,7 1,8% και άλλα μεταλλικά και μη μεταλλικά στοιχεία, κατάλληλα για να προσδώσουν στο κράμα ειδικές ιδιότητες (βανάδιο, βολφράμιο, νικέλιο, χρώμιο), ενώ άλλα στοιχεία βρίσκονται ως… …   Dictionary of Greek

  • ιονισμός (του ατόμου) — Φαινόμενο κατά το οποίο ένα άτομο, αρχικά ουδέτερο, μετατρέπεται σε ένα ιόν, που έχει ένα ή περισσότερα ηλεκτρικά φορτία, καθώς ένας αριθμός ηλεκτρονίων, που περιφέρονταν αρχικά γύρω από τον πυρήνα του, έχει διαφύγει της έλξης και κινούνται,… …   Dictionary of Greek

  • πλάσμα — I Ιδιαίτερη κατάσταση της ύλης κατά τη οποία αποτελείται από ένα σύνολο σωματιδίων και των δύο τύπων, που έχουν ίσα ηλεκτρικά φορτία με αντίθετο πρόσημο και παρουσιάζουν (τουλάχιστον τα ομόσημα) μεγάλη κινητικότητα. Το σύνολο χαρακτηρίζεται από… …   Dictionary of Greek

  • θύρατρο — Τύπος θερμιονικής λυχνίας με αέριο. Προέρχεται από τη λέξη θύρα, επειδή η ροή του ρεύματος εντός της λυχνίας ανοίγει όταν το δυναμικό της σχάρας ελέγχου λάβει μια ορισμένη τιμή (κρίσιμο δυναμικό). O πιο συνηθισμένος τύπος είναι εκείνος με τρία… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.